Πέμπτη 13 Μαρτίου 2025

Βολτ-α!

Ο Γιώργος, είχε βγάλει τον Φιντέλ για τον πρωινό του περίπατο στο πάρκο του κέντρου. Έλυσε το

λουρί του και τον άφησε να τρέξει ελεύθερος στο γρασίδι. Κάθισε στο παγκάκι, ανακάτεψε

το καφέ του και ατένισε το γκρίζο που απλωνόταν γύρω του. Το βλέμμα του σταμάτησε στο

ψηλό γυάλινο κτίριο. Βάλθηκε να διακρίνει και να μετρήσει τους ορόφους που είχε,

ξεκινώντας από κάτω προς τα πάνω. Ένα, δύο, τρία… δώδεκα. Ο Φιντέλ είχε βάλει στη μέση

μια νεραντζιά και προσπαθούσε να την ζαλίσει. Εκείνος ξανακοίταξε το γυάλινο κτίριο και

μια περίεργη απορία γεννήθηκε μέσα του για το τι μπορεί να συνέβαινε στον τελευταίο

όροφο. Τίποτα φραγκάτοι θα είναι ΄κει μέσα και θα κάμουν τα κουμάντα τους, σκέφτηκε.

Δεν έπεφτε και πολύ μακριά.

Στο κτίριο, έδρευε μια εταιρία παροχής ενέργειας και ο τελευταίος όροφος ήταν όλος το

γραφείο του διευθυντή. Μπορεί ακόμα ο ήλιος να μην είχε προλάβει να εξατμίσει την

υγρασία της νύχτας αλλά όλοι ήταν υπ’ ατμών και στα πόστα τους, από τον θυρωρό μέχρι

τα υψηλότερα στελέχη.

Στο γραφείο του δέκατου τρίτου ορόφου βρισκόντουσαν μόνο δύο άτομα. Η αυτού

εξοχότης και ο Γιάννης. Καθισμένος στο θρόνο του, χωρίς να μιλάει, είχε γυρίσει πλάτη στον

πιστό αυλικό του και κοιτούσε από το παράθυρο ένα σκύλο να κάνει κύκλους τρέχοντας

γύρω από ένα δέντρο. Η σιωπή φόρτιζε όλο και περισσότερο την ατμόσφαιρα με ηλεκτρικό

φορτίο και οι σταγόνες ιδρώτα στο μέτωπο του έμπιστου του πολυχρονεμένου ήταν απειλή

για έκρηξη μεγατόνων.

Ξάφνου, η καφέ δερμάτινη καρέκλα γύρισε απότομα, σηκώθηκε όρθιος ο σι-ι-ό και ένα

ρεύμα τίναξε τον Γιάννη επαναφέροντας τον στα καθήκοντά του.

Λοιπόν, τσάκω τα μπλιμπλίκια σου, άκου τι ιδεάρα έχει το τιτανομέγιστο αφεντικό σου και

γράφε.

Μάλιστα.

«Πορτοκαλί». Χρώμα ζωντανό, φρέσκο, σφριγηλό, γεμάτο, ο-λό-κλη-ρο. Δυνατότητα

δυναμικής τιμολόγησης με βάση τις τιμές της αγοράς σε ενεργό χρόνο.

Μάλιστα.

«Κίτρινο». Χτικιάρικο, άρρωστο, αυτοκτονικό. Συνδεμένο με τις τιμές της χονδρεμπορικής

στο χρηματιστήριο ενέργειας. Σημείωσε ότι αυτό θα το δίνουμε μόνο στους “δικούς” μας κι

άμα θέλουμε.

Μάλιστα, μάλιστα.

Φύση, δέντρα, άνοιξη, εξοχή. «Πράσινο». Ότι είναι αυτό που έχουνε μέχρι και σήμερα,

μόνο που τώρα θα είναι επιλογή τους. Α, κι οποίος δεν διαλέξει, θα περνάει αυτόματα σ’

αυτό.

Μάλιστα.

«Μπλε». Θάλασσα, ουρανός, βασιλικό, σταθερό όπως η κυβερνησάρα μας. Μπλε ίσον

Ελλάδα. Τιμολόγια ορισμένου χρόνου με σταθερή τιμή χρέωσης προμήθειας για όλη την

περίοδο της σύμβασης. Τα έγραψες;

Μάλιστα.

Τα κατάλαβες;

Ναι, ναι, μάλιστα.

Γράφτα καλά και περιποιημένα, δώσε τα μετά και στους πανεπιστήμονες στον πρώτο να

φτιάξουν μια εξίσωση για τον υπολογισμό του λογαριασμού, έτσι για να “φάνε”

ευκολότερα το δικαίωμα στην επιλογή και τα στέλνεις με τη “μία” υπουργείο.

Μάλιστα, μάλιστα, σπεύδω.

Ο Φιντέλ είχε πια κουραστεί. Γύρισε στο παγκάκι δίπλα στο αφεντικό του και τον κοιτούσε

στα μάτια με εκείνο το παραπονεμένο ύφος, προσπαθώντας να τον υπνωτίσει για να του

πετάξει ακόμη μία λιχουδιά. Ο Γιώργος κοιτούσε τον σκύλο του και τώρα αναρωτιόταν αν

το κόκκινο φουλάρι που του φόρεσε σήμερα του πήγαινε αρκετά. Με αυτό το ερωτηματικό

να φέρνει βόλτα στο μυαλό του, σηκώθηκε, φόρεσε το λουρί στον πιστό του φίλο και

ξεκίνησε για το σπίτι, αφήνοντας πίσω του το γυάλινο κάστρο με τους δεκατρείς και όχι

δώδεκα ορόφους.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

«στης πικροδάφνης τον ανθό»

 Καλησπέρα αναγνώστη μου!

Πιστός στο ραντεβού μου δεν είμαι. Πως θα μπορούσα να είμαι άλλωστε; Όταν τίθενται θέματα περί πίστεως απέναντι στο πρόσωπο μου, είναι καταδικασμένα να αποτύχουν. Πλάκα κάνω. Μπορείς να στηρίζεσαι πάνω μου. Απλά φρόντισε να έχεις εκμεταλλευτεί όλες τις επιλογές σου πριν μου ζητήσεις να σε στηρίξω!

Προχθές που λες, βγήκα για ποτάκι. Παίζανε μουσική κάτι γνωστοί σ’ ένα μπαράκι. Έχω περάσει κι έχω περάσει σε εκείνο το μπαρ βράδια αλλά είχα να πατήσω εκεί από πριν ν’ αλλάξει όνομα περίπου στα 5 χρόνια. Το συμμάζεψε ο καινούριος και κράτησε μόνο ένα μικρό κομμάτι, που η νοσταλγία του θαμώνα τον ταξιδεύει απευθείας στις όμορφες καταθλιπτικές νύχτες που πρόσφερε πριν από καμιά εικοσαετία.

Ωραία τα πέρασα. Βρέθηκα μ’ ένα φίλο (και το δάσκαλό μου στη κιθάρα) που είχαμε να τα πούμε καιρό (πολύ καιρό). Όμορφη βραδιά με όχι και τόσο καλές εκτελέσεις των τραγουδιών. Κάποια στιγμή, στο διάλειμμά της «μπάντας», κάποιος από το κοινό πήρε την κιθάρα και άρχισε να τραγουδά παραδοσιακά. Έριξε κι άλλο το επίπεδο. Ίσως είμαι παραπάνω αυστηρός. Ένα από αυτά τα τραγούδια που μας χάρισε ήταν και το «στης πικροδάφνης τον ανθό», τραγούδι των Αντώνης Κυρίτσης και Πετρολούκας Χαλκιάς. Εδώ λοιπόν είναι που έφτασα στο εξής συμπέρασμα για το συγκεκριμένο τραγούδι κι αυτό είναι ότι αν μπορούσε να φτάσει κάπου αυτό το κομμάτι ερμηνευτικά και νοηματικά, το απόγειο του ήρθε στην ταινία «Σπιρτόκουτο» του Οικονομίδη ερμηνευμένο από τον Ερρίκο Λίτση (Δημήτρης). Δεν ξέρω αν ποτέ θα καταφέρει να περάσει αυτό το σημείο στο ταξίδι που συνεχίζει να κάνει. Αυτό είναι και ό,τι μου απέμεινε από αυτή την νύχτα. Ίσως θα πρέπει να βγαίνω πιο συχνά. Ήπια και έξι μπίρες. Όταν τις έπινα ήταν καλά, την επόμενη μέρα στις έξι που σηκώθηκα ήταν ζόρικα. Γερνάω και φαίνεται. Ίσως θα πρέπει να πίνω λιγότερο.

Ήταν και η γιορτή της γυναίκας πριν από δυο μέρες. Χρόνια τους πολλά.

Αυτά. Ήρεμα περνάνε οι μέρες μου χωρίς πολλά-πολλά. Τίποτα το συνταρακτικό. Γι’ αυτό και δεν σου γράφω συχνά. Το βράδυ όμως θα σου ανεβάσω άλλη μία ιστορία μου να έχεις για παρέα μέχρι την επόμενη φορά.

Που 'σαι και σ' έψαχνα;

  Αχ, αγαπητέ μου φίλε! Πέρασε κοντά ένας μήνας που δεν σου έγραψα λέξη. Ξέρω φταίω, όπως ξέρω πως δεν ξεκινήσαμε έτσι, άλλες ήταν οι προδ...